Τα παγκάκια του μαρτυρίου: ελάτε να διασκεδάσουμε μαζί στη Γερμανία

Τα παγκάκια του μαρτυρίου: ελάτε να διασκεδάσουμε μαζί στη Γερμανία
Published
Views
15
Reading time
2.9 min

Μετά από μια εφιαλτική βδομάδα αποφασίζεις ότι ήρθε η ώρα να γίνεις κοινωνικός. Να βγεις έξω βρε παιδί μου να χαλαλίσεις κάποια χρήματα και να απολαύσεις ένα ωραίο φαγητό. Το αξίζεις, λες μέσα σου.

Λες κάπου θα αράξω τώρα το πολυβασανισμένο μου κορμί να απολαύσω καμιά γκουρμεδιά, κάτι που δεν μπορώ να φτιάξω στο σπίτι μου, μετά να πιω και ένα καφεδάκι να ρθει να ισιώσει η ψυχή και το κορμί μου.

Βγαίνεις λοιπόν με ή χωρίς το ταίρι σου -στη δική μου περίπτωση συνήθως αφήνω το Server Rack στο σπίτι- και ξεκινάς την όμορφη βόλτα σου με την ειδυλλιακή σκέψη του ωραίου άνετου εστιατορίου με την πολυπόθητη γκουρμεδιά.

Αντικρύζεις λοιπόν το πρώτο ρεστοράν με τους πάγκους τραπεζαρίας γερμανικού εργοστασίου και λες «εντάξει μεγάλε μην τρελαίνεσαι, υπάρχουν και άνθρωποι που τα γουστάρουν αυτά, τους θυμίζει την αγαπημένη τους μπύρα, νταξ παρακάτω θα έχει και ένα με κανονικά καθίσματα, παίζει να έχουν και μαξιλαράκι». Φύσει αισιόδοξος πρέπει να είσαι. Μην είμαστε και γκρινιάρηδες.

Σιγοτραγουδώντας το «Τραπεζάκια έξω» του Διονύση Σαββόπουλου προχωράς με την ωραία εικόνα της γκουρμεδιάς στο μυαλό τη στιγμή που αρχίζουν και σου τρέχουν τα πρώτα σαλάκια. Συναντάς δεύτερο εστιατόριο, τα ίδια! Τραπεζαρία στρατοπέδου συγκέντρωσης χειρότερο από το προηγούμενο! Αρχίζουν και ανεβαίνουν οι σφυγμοί σου. «Δεν μπορεί ρε μαλάκα. Αποκλείεται να τα γουστάρουν όλοι οι ανώμαλοι αυτά τα παγκάκια του μαρτυρίου». Εκεί κάθεσαι το πολύ για μισή ώρα και μετά θέλεις πεντόκιλο Βολταρέν με το οποίο πασαλείφεις όλη τη μπανιέρα και μετά τρίβεσαι στα τοιχώματα σαν αγελάδα που έχει φαγούρα. Δεν μπορεί, ας πάω λίγο παρακάτω, κάτι θα βρω.

Κάπως έτσι έχεις περπατήσει ήδη δέκα χιλιόμετρα και εντωμεταξύ έχει γίνει το στομάχι σου φιόγκος από την πείνα και λες «δε γαμείς, πόσο χάλια μπορεί να είναι, ας κάτσω». Κάθεσαι λοιπόν και μόλις 3 λεπτά αργότερα κάθεται πίσω σου ένας τριχωτός χοντρός που έχει να πλυθεί από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και σε ακουμπάει με την ιδρωμένη πλάτη του. Η ευωδία ξινισμένου λάχανου σε συνδυασμό με εκκενώσεις βόθρων συντρίβει την ευαίσθητη μύτη σου. Σφίγγεις τα δόντια. «Πεινάω μαλάκα θέλω να φάω».

Παραγγέλνεις λοιπόν μια παπαριά που λέει μοσχάρι με τρίχες αβοκάντο γαρνιρισμένο με κουκούτσι από στέβια ψημένο σε οικολογικό ατμό από αιολικό πάρκο και πατάτα μπρατενβίχτενχουφτενκωλεν. Καλό ακούγεται λες. Πεινάω!

Έρχεται η παπαριά, την κάνεις 2 χαψιές, ο χοντρός πρέπει να έκλασε κιόλας, δεν εξηγείται αλλιώς σκέφτεσαι, και ζητάς το λογαριασμό. Εντωμεταξύ η κωλοτρυπίδα σου πάνω στο καδρόνι έχει πλέον αποσυνδέθει από το υπόλοιπο σώμα σου και δεν απαντάει πια στα ping, σαν να έπεσε το δίκτυο ένα πράγμα.

Πληρώνεις το 80άρι σιγοβρίζοντας ανάμεσα στα δόντια και πας να σηκωθείς. Αρχίζεις και νιώθεις και τους 33 σπονδύλους σου -μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζες ότι έχεις τόσους- και με κάποια πνιχτά βογγητά και βλέποντας 5-6 αστερισμούς μέρα μεσημέρι καταφέρνεις να σηκωθείς αντιλαμβανόμενος ότι έχει βγει offline και το δεξί σου πόδι από το γαμημένο καδρόνι στο οποίο καθόσουν να φας τη μπουκιά από μοσχάρι με τρίχες από αβοκάντο και πατάτες που τις πάτησε ο μάγειρας που σκοτώθηκε και ήδη συγχωρέθηκε.

Αρχίζεις να σκέφτεσαι πως έτρωγαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τις χλαπάτσες και πως σιτίζονταν οι σκλάβοι των εργοστασίων τα μεσημέρια επί δεκαετίες. Λες δεν μπορεί να έχουν τόσο έντονο το αυτοτιμωρητικό σύνδρομο να δέχονται να πληρώνουν 80€ για να κάθονται σε ένα καδρόνι με πλάτη τη λίγδα ενός χοντρού. Πρέπει να μισείς πολύ τον εαυτό σου να το κάνεις αυτό και να πληρώνεις χρήματα για αυτό το μαρτύριο.

Μετά πας σπιτάκι σου. Ορκίζεσαι να μην το ξανακάνεις ποτέ.

Φτιάχνεις blog. Γράφεις όλη μέρα. Δεν σε διαβάζει κανένας.

Και είσαι ευτυχισμένος.

(Το άρθρο μου είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία και το εστιατόριο της εικόνας όντως χρεώνει 80€ για να φας 2 παπαριές.)