Το παλιό διαδίκτυο επιστρέφει. Και δεν σου ζητάει να κάνεις like.

Το παλιό διαδίκτυο επιστρέφει. Και δεν σου ζητάει να κάνεις like.
Published
Views
6
Reading time
5.5 min

Συμβαίνει κάτι περίεργο στο διαδίκτυο τελευταία. Μια μικρή μερίδα ανθρώπων φαίνεται να έχει κουραστεί από τα κοινωνικά δίκτυα, τους αλγόριθμους και τα ατελείωτα σκουπίδια της τεχνητής νοημοσύνης. Και αντί να αναζητά την επόμενη επαναστατική εφαρμογή, επιστρέφει σε κάτι σχεδόν ξεχασμένο. Στο παλιό, καλό διαδίκτυο. Εκείνο με τα RSS, τα προσωπικά blogs και την υπέροχη δυνατότητα να διαβάζεις κάτι χωρίς να χρειάζεται πρώτα να κάνεις εγγραφή σε δεκαεπτά υπηρεσίες.

Όχι, δεν ανακάλυψαν οι επιστήμονες νέο πρωτόκολλο που θα αλλάξει την ανθρωπότητα. Ούτε βγήκε κάποια εφαρμογή που υπόσχεται να μας κάνει πιο παραγωγικούς, αρκεί να της δώσουμε πρόσβαση στις επαφές μας, στο ημερολόγιό μας και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, στην ψυχή μας.

Κάτι πολύ πιο ήσυχο συμβαίνει. Μια μερίδα ανθρώπων αρχίζει να επιστρέφει σε πράγματα που είχαμε σχεδόν ξεχάσει. Όχι επειδή είναι υποχρεωτικά καλύτερα σε όλα. Αλλά επειδή θυμήθηκε πόσο ωραίο ήταν το διαδίκτυο όταν το χρησιμοποιούσαμε εμείς και όχι εκείνο εμάς.

Μου θυμίζει λίγο αυτό που συμβαίνει με τη μουσική. Έχουμε Spotify, Apple Music, YouTube Music, Deezer, Tidal, σχεδόν όλη τη μουσική του πλανήτη διαθέσιμη σε δύο κλικς. Κι όμως, κάποιοι ξαναγοράζουν βινύλια και CD. Πληρώνουν για ένα άλμπουμ που πανεύκολα μπορούν να ακούσουν μέσω streaming. Το βάζουν στο ράφι. Διαβάζουν το εξώφυλλο. Το ακούν από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τρέλα, θα πει κάποιος. Ναι. Αλλά τουλάχιστον δεν πετάγεται ένας αλγόριθμος στη μέση του «Comfortably Numb» να σου προτείνει δώδεκα τραγούδια που «ίσως σου αρέσουν». Δεν αποφασίζει κανένας άλλος εκτός από εσένα τι σου αρέσει και τι «πρέπει» να σου αρέσει.

Δεν θέλω όμως να γράψω για τη μουσική. Θέλω να γράψω για τα μικρά φαντάσματα του παλιού διαδικτύου που αρχίζουν να κυκλοφορούν πάλι ανάμεσά μας.

Email. RSS. Blogrolls. IRC. Προσωπικές ιστοσελίδες. Κανονικά blogs, γραμμένα από ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν και όχι από τμήματα marketing που έχουν κάτι να πουλήσουν.

Κάποια από αυτά δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Απλώς συνέχισαν τη δουλειά τους αθόρυβα, όσο εμείς τρέχαμε πίσω από ειδοποιήσεις, καρδούλες και βίντεο με ανθρώπους που μας εξηγούν πώς πρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας ενώ διαφημίζουν ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες.

Κάπου κουραστήκαμε

Δεν ξέρω αν πρόκειται για μεγάλη επιστροφή ή για μια μικρή αντίδραση. Δεν έχω στατιστικά που να αποδεικνύουν ότι αύριο όλοι θα παρατήσουν το Instagram για να ανοίξουν IRC client. Και μάλλον δεν θα το κάνουν.

Αλλά την κούραση τη βλέπω. Και τη νιώθω.

Ανοίγεις ένα κοινωνικό δίκτυο για να δεις τι κάνει ένας φίλος σου. Σαράντα λεπτά μετά παρακολουθείς έναν άγνωστο να τσακώνεται με έναν άλλον άγνωστο για κάτι που δεν σε ενδιέφερε ποτέ. Ενδιάμεσα είδες τρεις διαφημίσεις, δύο θεωρίες συνωμοσίας και ένα βίντεο με μια γάτα που, ομολογουμένως, άξιζε το χρόνο σου.

Ανοίγεις ένα άρθρο και πρέπει να σκρολάρεις 58 μέτρα για να βρεις τον τίτλο. Παντού banners, pop-ups, «δέξου τα cookies», «κάνε εγγραφή», «στείλε ειδοποιήσεις», «δες το βίντεο», «διάβασε και αυτό». Το περιεχόμενο βρίσκεται κάπου ανάμεσα, όπως οι αρχαιολογικοί θησαυροί κάτω από ένα πάρκινγκ.

Και φυσικά υπάρχει η κορυφαία εμπειρία: αναζητάς μια συνταγή για κολοκυθάκια στον φούρνο.

Πρώτα μαθαίνεις πώς η γιαγιά της συντάκτριας καλλιεργούσε κολοκυθάκια το 1973. Μετά διαβάζεις για τη φιλοσοφία της μεσογειακής διατροφής, τη σημασία της οικογένειας και την προσωπική της μεταμόρφωση. Περνάς έξι διαφημίσεις, δύο newsletters και μια προσφορά για ασφάλεια αυτοκινήτου.

Στο τέλος βρίσκεις τη συνταγή. Τα κολοκυθάκια έχουν σαπίσει στο μεταξύ.

Και τώρα προστέθηκε το AI slop. Κείμενα, εικόνες και βίντεο που παράγονται μαζικά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, απλώς για να γεμίσουν άλλη μία σελίδα, άλλο ένα feed, άλλη μία τρύπα στον αλγόριθμο. Δεν φταίει η ίδια η τεχνολογία. Φταίει που κάποιοι ανακάλυψαν ότι μπορούν να παράγουν σκουπίδια σε βιομηχανική κλίμακα.

Φοβερή πρόοδος κι αυτό.

Το RSS δεν πέθανε. Απλώς δεν έκανε θόρυβο

Για όσους δεν το έχουν συναντήσει, το RSS σημαίνει Really Simple Syndication. Είναι ένας απλός τρόπος να παρακολουθείς τις δημοσιεύσεις ιστοσελίδων που σε ενδιαφέρουν, χωρίς να μπαίνεις καθημερινά σε καθεμία και χωρίς να περιμένεις να αποφασίσει μια πλατφόρμα τι θα σου δείξει.

Βάζεις τις διευθύνσεις των RSS feeds σε έναν reader, όπως το Feedly ή το Inoreader. Όταν δημοσιεύεται κάτι νέο, εμφανίζεται στη λίστα σου. Με τίτλο, σύνδεσμο και, ανάλογα με το feed, περίληψη ή ολόκληρο το κείμενο. Τα διαβάζεις όταν θέλεις. Όχι όταν θέλει ο αλγόριθμος.

Η ιστορία του πηγαίνει πίσω στο 1999, όταν η Netscape παρουσίασε την πρώτη έκδοση. Ακολούθησαν διάφορες εκδόσεις, με σημαντική συμβολή του Dave Winer, μέχρι το RSS 2.0 το 2002. Για χρόνια το μικρό πορτοκαλί εικονίδιο υπήρχε παντού. Ύστερα ήρθαν τα κοινωνικά δίκτυα και μας έπεισαν ότι δεν χρειάζεται να επιλέγουμε τις πηγές μας. Θα το κάνουν εκείνα για εμάς.

Το 2013 έκλεισε και το Google Reader, μια ιδιαίτερα δημοφιλής υπηρεσία ανάγνωσης RSS. Κηδεία, στεφάνια, συλλυπητήρια.

Μόνο που ο νεκρός συνέχισε να λειτουργεί κανονικά.

Και οι άλλοι παλιοί καλοί γνωστοί;

Το email, για παράδειγμα. Όχι το εταιρικό email με τα δεκαεπτά άτομα στο CC που απαντούν «ευχαριστώ πολύ» σε όλους. Μιλάω για το απλό newsletter: επιλέγεις έναν άνθρωπο ή ένα site, ζητάς να λαμβάνεις όσα γράφει και αυτά φτάνουν στο inbox σου. Χωρίς να πρέπει να χορέψει κανείς μπροστά σε κάμερα για να τον δουν οι ακόλουθοί του.

Τα blogrolls ήταν λίστες με άλλα blogs που διάβαζε και πρότεινε ο ιδιοκτήτης μιας ιστοσελίδας. Κάπως έτσι ανακάλυπτες ανθρώπους. Από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όχι επειδή μια πλατφόρμα αποφάσισε ότι, αφού αγόρασες κατσαβίδι, πρέπει να δεις και 400 βίντεο με κατσαβίδια.

Και το IRC; Δωμάτια συζητήσεων, ψευδώνυμα, κανάλια, κουβέντες σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς reactions, stories και κάμερες που σε μεταμορφώνουν σε πατημένη πατάτα. Μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ στο προσκήνιο, αλλά η ιδέα της απλής, άμεσης επικοινωνίας παραμένει εξαιρετικά ελκυστική.

Εδώ, λοιπόν, ξαναέχουμε RSS

Μετά από χρόνια, το Tomgineer διαθέτει και πάλι RSS feed. Και μαζί του το VerdinCore, το σύστημα πάνω στο οποίο χτίζεται η σελίδα, υποστηρίζει ξανά αυτή τη μικρή, παλιομοδίτικη πολυτέλεια.

Θα το βρεις εδώ: https://tomgineer.com/feed

Αν χρησιμοποιείς RSS reader, πρόσθεσε αυτή τη διεύθυνση και οι νέες δημοσιεύσεις θα εμφανίζονται εκεί. Δεν χρειάζεσαι λογαριασμό στο blog, δεν χρειάζεται να με ακολουθείς σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο και φυσικά δεν χρειάζεται να πατήσεις κανένα καμπανάκι. Το καμπανάκι ας μείνει στις εξώπορτες.

Email list θα προσθέσω όταν μεγαλώσει λίγο το κοινό. Πράγμα που φαντάζομαι θα συμβεί πολύ σύντομα. Προς το παρόν μπορούμε να κάνουμε άνετα γενική συνέλευση σε ασανσέρ, και πιθανότατα θα περισσεύει και χώρος για τραπέζι με κοψίδια.

Δεν πιστεύω ότι το παλιό διαδίκτυο ήταν παράδεισος. Είχε τα δικά του χάλια. Αργές συνδέσεις, άθλια layouts, αναδυόμενα παράθυρα και ιστοσελίδες που έπαιζαν μουσική χωρίς να σε ρωτήσουν. Δεν ζητάω να επιστρέψουμε εκεί. Ούτε το θέλω.

Ζητάω απλώς να πάρουμε πίσω κάτι που χάσαμε στην πορεία: τη δυνατότητα να αποφασίζουμε εμείς τι θέλουμε να διαβάσουμε, πού και πότε. Να ακολουθούμε ανθρώπους αντί για αλγόριθμους. Να δημοσιεύουμε κάτι χωρίς να χρειάζεται να το μετατρέψουμε σε «περιεχόμενο» με στρατηγική engagement και τυφλή υπακοή στις απαιτήσεις κάποιας εταιρείας.

Ήθελα απλώς να το αφήσω κι αυτό εδώ στο blog. Για όποιον ενδιαφέρεται σήμερα ή θα ενδιαφερθεί κάποτε στο μέλλον. Ίσως το διαβάσει κάποιος μέσα από έναν RSS reader, όπως θα έπρεπε να διαβάζονται τα blogs.

Ίσως πάλι να ψάχνει συνταγή για κολοκυθάκια.

Σε αυτή την περίπτωση, φίλε μου, είσαι πάλι σε λάθος σελίδα.

Φιλιά στο κούτελο.