Ημέρα 12: Το Internet επέστρεψε πριν από πέντε μέρες. Ο κόσμος όχι.
- Published
- Last viewed
- Reading time
- 13.4 min
- Words
- 2,671
Το Internet λειτουργεί ξανά εδώ και πέντε ημέρες. Το ρεύμα έρχεται για λίγες ώρες, το νερό εξακολουθεί να μην πίνεται και χθες κατάφερα να αγοράσω μισό καρβέλι ψωμί ανταλλάσσοντας δύο μπαταρίες. Οι τράπεζες διαβεβαιώνουν ότι τα χρήματά μας είναι ασφαλή, αλλά προς το παρόν δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η κατάσταση ομαλοποιείται. Δεν ξέρω από πού έκανε την ανακοίνωση. Το τελευταίο κυβερνητικό κτίριο που είδα είχε σπασμένα παράθυρα και τρεις ανθρώπους να μαλώνουν για ένα μπιτόνι βενζίνη.
Είναι η δωδέκατη ημέρα.
Είμαι εξαντλημένος. Έχω κοιμηθεί συνολικά ίσως δεκαπέντε ώρες την τελευταία εβδομάδα. Το δεξί μου χέρι τρέμει όταν προσπαθώ να κρατήσω ένα ποτήρι. Τα παπούτσια μου έχουν ανοίξει μπροστά και μυρίζω σαν άνθρωπος που τον ξέχασαν μέσα σε ασανσέρ Αύγουστο μήνα.
Το παιδί είναι καλά.
Αυτό είναι το μόνο πράγμα που με ενδιαφέρει πραγματικά.
Η μάχη ήταν δύσκολη. Δεν τελείωσε.
Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει.
Ημέρα 1: Δεν έχουμε Internet
Θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησε.
Ήταν 09:17 το πρωί. Προσπαθούσα να ανοίξω μια ιστοσελίδα και εμφανίστηκε το γνωστό μήνυμα ότι δεν υπάρχει σύνδεση.
Έκανα refresh.
Μετά δεύτερο refresh.
Έκλεισα τον browser, τον ξανάνοιξα, έλεγξα το router, δοκίμασα από το κινητό.
Τίποτα.
Στις 09:24 είχα ήδη κάνει επανεκκίνηση το router δύο φορές. Την τρίτη το έβγαλα από την πρίζα και περίμενα δέκα δευτερόλεπτα. Όπως κάνουμε όλοι όταν δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε.
Στις 09:40 κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε.
Δεν λειτουργούσε τίποτα. Ούτε Google, ούτε ειδησεογραφικές σελίδες, ούτε email, ούτε τραπεζικές εφαρμογές.
Το κινητό είχε σήμα, αλλά δεν μπορούσε να συνδεθεί πουθενά.
Ένας γείτονας μου χτύπησε την πόρτα.
«Έχεις Internet;»
«Όχι.»
«Ούτε εγώ.»
«Θα φτιάξει.»
Αυτή ήταν η τελευταία αισιόδοξη πρόβλεψη που άκουσα από άνθρωπο χωρίς όπλο.
Το απόγευμα άρχισαν οι πρώτες φήμες. Παγκόσμια κυβερνοεπίθεση. Σφάλμα σε κρίσιμο λογισμικό. Συντονισμένο σαμποτάζ. Κατάρρευση συστημάτων δρομολόγησης. Κάποια τρύπα ασφαλείας, επίθεση από ΑΙ Swarms.
Κανείς δεν ήξερε.
Και επειδή δεν υπήρχε Internet, κανείς δεν μπορούσε να μπει στο Internet για να διαβάσει γιατί δεν υπήρχε Internet.
Η πρώτη μεγάλη ειρωνεία της καταστροφής.
Ημέρα 2: Η κάρτα σας απορρίφθηκε
Το πρωί πήγα στο supermarket.
Τα ράφια ήταν γεμάτα. Ο κόσμος σχετικά ήρεμος. Μόνο οι ουρές είχαν μεγαλώσει.
Στο ταμείο μια γυναίκα προσπαθούσε να πληρώσει με κάρτα.
«Δεν περνάει.»
«Μα έχω χρήματα.»
«Δεν είπα ότι δεν έχετε χρήματα. Είπα ότι δεν περνάει.»
«Να δοκιμάσω άλλη κάρτα;»
«Δοκιμάστε.»
Έβγαλε δεύτερη.
Μετά τρίτη.
Ο ταμίας είχε αρχίσει να αποκτά εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που συνειδητοποιεί ότι θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του επαναλαμβάνοντας την ίδια πρόταση.
Στο τέλος το κατάστημα ανακοίνωσε ότι δεχόταν μόνο μετρητά.
Στην ουρά επικράτησε αναστάτωση.
Οι περισσότεροι δεν είχαν μετρητά!
Ένας νεαρός προσπάθησε να πληρώσει με το κινητό.
«Δεν λειτουργούν οι κάρτες», του εξήγησε η ταμίας.
«Ναι, αλλά έχω Apple Pay.»
Η γυναίκα τον κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.
Ήταν η πρώτη φορά που είδα άνθρωπο να σκέφτεται σοβαρά την αυτοχειρία για τεχνικό λόγο.
Πήγα σε ΑΤΜ.
Εκτός λειτουργίας.
Δεύτερο ΑΤΜ.
Εκτός λειτουργίας.
Στο τρίτο κάποιος είχε κολλήσει ένα χαρτί.
KEIN NETZ. KEIN GELD.
(όχι δίκτυο, όχι φράγκα)
Τουλάχιστον αυτός είχε καταλάβει την κατάσταση.
Το βράδυ είχαμε ακόμη ρεύμα. Μαγείρεψα ό,τι μπορούσα και γέμισα με νερό κάθε διαθέσιμο δοχείο.
Δεν ξέρω γιατί το έκανα.
Ίσως επειδή κάπου μέσα μου είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι θα ακολουθήσει.
Ημέρα 3: Το ρεύμα δεν είναι ιστοσελίδα
Το πρώτο μεγάλο blackout έγινε στις 14:32.
Έσβησαν τα φώτα, σταμάτησε το ψυγείο και ο δρόμος βυθίστηκε σε μια παράξενη σιγή.
Από το παράθυρο έβλεπα ανθρώπους να βγαίνουν στα μπαλκόνια.
Κάποιος φώναξε ότι έπεσε ο κάποιος κεντρικός μετασχηματιστής.
Κάποιος άλλος ότι ήταν τρομοκρατική επίθεση.
Ένας τρίτος είπε ότι φταίει η κλιματική αλλαγή.
Αυτός μάλλον θα το έλεγε ακόμη κι αν μας χτυπούσε μετεωρίτης.
Το ρεύμα επέστρεψε για λίγο το βράδυ και ξαναχάθηκε.
Αργότερα μάθαμε ότι οι ηλεκτροπαραγωγικές εγκαταστάσεις δεν είχαν σταματήσει όλες. Πολλά τοπικά συστήματα λειτουργούσαν. Όμως ο συντονισμός, οι επικοινωνίες, η απομακρυσμένη εποπτεία και η αποκατάσταση βλαβών είχαν γίνει εφιάλτης.
Οι τεχνικοί δεν μπορούσαν να δουν αξιόπιστα τι συνέβαινε σε ολόκληρα τμήματα του δικτύου.
Συνεργεία έφταναν σε εγκαταστάσεις και ανακάλυπταν ότι το πρόβλημα βρισκόταν αλλού.
Κάποια συστήματα έμπαιναν σε καθεστώς ασφαλούς λειτουργίας.
Άλλα έπρεπε να αποσυνδεθούν χειροκίνητα.
Και κάθε νέα βλάβη απαιτούσε ανθρώπους που ήδη προσπαθούσαν να διορθώσουν δέκα άλλες.
Ένας μηχανικός εξήγησε αργότερα σε τοπικό ραδιόφωνο ότι η ηλεκτροδότηση δεν ήταν απλώς ένας διακόπτης.
«Πρέπει να συγχρονίσουμε το δίκτυο.»
Ο παρουσιαστής τον ρώτησε πόσο θα πάρει.
«Δεν γνωρίζουμε.»
«Μια εκτίμηση;»
«Δεν γνωρίζουμε.»
«Μπορείτε να μας πείτε κάτι πιο συγκεκριμένο;»
«Όχι.»
Ήταν η πιο ειλικρινής συνέντευξη που είχα ακούσει εδώ και χρόνια.
Ημέρα 4: Το νερό
Το νερό σταμάτησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Πρώτα μειώθηκε η πίεση. Μετά έβγαινε ένα καφετί υγρό. Μετά τίποτα.
Είχαμε κάποια αποθέματα, αλλά όχι αρκετά.
Πήγα στο σημείο διανομής που είχε ανακοινώσει ο δήμος από το τοπικό ραδιόφωνο.
Περίμεναν περίπου τετρακόσιοι άνθρωποι.
Ένα φορτηγό είχε φέρει εμφιαλωμένο νερό. Δύο εθελοντές προσπαθούσαν να οργανώσουν την ουρά.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα ρώτησε πότε θα ξαναλειτουργήσει η ύδρευση.
Ο εθελοντής απάντησε ότι γίνονται προσπάθειες.
«Και πού μπορώ να ενημερώνομαι;»
«Στην ιστοσελίδα του δήμου.»
Κανείς δεν γέλασε.
Ήταν πλέον πολύ κουρασμένοι για τέτοια.
Η πραγματικότητα ήταν ότι κάποιες αντλίες είχαν σταματήσει από την έλλειψη ρεύματος. Αλλού οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λειτουργούσαν με γεννήτριες, αλλά η τροφοδοσία καυσίμων καθυστερούσε.
Σε ορισμένες περιοχές υπήρχε νερό, αλλά δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί με ασφάλεια η ποιότητά του.
Το νερό δεν είχε εξαφανιστεί από τον πλανήτη.
Απλώς είχαμε χάσει την ικανότητα να το μεταφέρουμε με ασφάλεια από το ένα σημείο στο άλλο.
Εκείνη την ημέρα το παιδί με ρώτησε αν θα πεθάνουμε.
Του είπα όχι.
Δεν ήξερα αν έλεγα την αλήθεια.
Ήθελα όμως να είναι η αλήθεια.
Ημέρα 5: Καλέστε το 112
Στην απέναντι πολυκατοικία ένας ηλικιωμένος άνδρας έπαθε καρδιακή προσβολή.
Η γυναίκα του βγήκε στο μπαλκόνι και φώναζε βοήθεια.
Κατέβηκα μαζί με δύο γείτονες.
Προσπαθήσαμε να καλέσουμε ασθενοφόρο.
Δεν υπήρχε σύνδεση.
Κάποια κινητά έδειχναν ακόμη σήμα. Οι κλήσεις όμως αποτύγχαναν ή δεν ολοκληρώνονταν.
Ένας γείτονας πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε για το κοντινότερο νοσοκομείο.
Γύρισε μετά από σαράντα λεπτά.
Δεν μπορούσε καν να πλησιάσει.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αυτοκίνητα, αρκετά φανάρια δεν λειτουργούσαν και στην είσοδο των επειγόντων περίμεναν χιλιάδες άνθρωποι.
Ο ηλικιωμένος πέθανε πριν φτάσει οποιαδήποτε βοήθεια.
Δεν θα ξεχάσω τη γυναίκα του.
Καθόταν στο πάτωμα κλαίγοντας και επαναλάμβανε ότι είχε κάνει όλα όσα της είχαν μάθει σωστά.
Είχε καλέσει τον αριθμό έκτακτης ανάγκης.
Είχε ζητήσει βοήθεια.
Είχε περιμένει υπομονετικά.
Και το σύστημα δεν απάντησε.
Αργότερα μάθαμε ότι υπήρχαν ασθενοφόρα. Υπήρχαν διασώστες. Υπήρχαν ακόμη νοσοκομεία που λειτουργούσαν.
Αλλά οι επικοινωνίες των κέντρων επιχειρήσεων είχαν διαλυθεί σε πολλές περιοχές. Οι εφεδρικές λύσεις δεν επαρκούσαν για τόσες ταυτόχρονες βλάβες.
Οι διασώστες δεν ήξεραν πού τους χρειάζονταν.
Τα νοσοκομεία δεν ήξεραν πού υπήρχαν διαθέσιμες κλίνες. Ολόκληρη η μηχανοργάνωση κατέρρευσε.
Και οι άνθρωποι που χρειάζονταν βοήθεια δεν μπορούσαν να τη ζητήσουν.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.
Ημέρα 6: Η ανθρωπότητα ανακαλύπτει ξανά το χαρτί
Τα supermarket είχαν σχεδόν αδειάσει.
Όχι επειδή είχε τελειώσει το φαγητό στην Ευρώπη.
Υπήρχαν αποθήκες, φορτηγά, εργοστάσια και αγροτικές παραγωγές.
Αλλά οι παραγγελίες είχαν σταματήσει, τα συστήματα διαχείρισης αποθεμάτων δεν επικοινωνούσαν και πολλές μεταφορικές εταιρείες δεν μπορούσαν να οργανώσουν σωστά τα δρομολόγιά τους.
Σε ένα κέντρο διανομής είχαν εκατοντάδες παλέτες με προϊόντα.
Δεν ήξεραν ποιες ανήκαν σε ποιον. Το just in time delivery κατέρρευσε και αυτό.
Οι οδηγοί περίμεναν εντολές.
Τα φορτηγά χρειάζονταν καύσιμα.
Τα πρατήρια χρειάζονταν ηλεκτρικό ρεύμα.
Οι προμηθευτές καυσίμων χρειάζονταν πληρωμές και συντονισμό.
Όλα υπήρχαν.
Τίποτα δεν έφτανε όμως εκεί που έπρεπε.
Ένα μικρό κατάστημα στη γειτονιά άρχισε να κρατάει παραγγελίες σε τετράδιο.
Ο ιδιοκτήτης έγραφε ονόματα, ποσότητες και χρέη.
«Έτσι δουλεύαμε παλιά», μου είπε.
Τον ρώτησα πώς ξέρει ότι θα πληρωθεί.
«Δεν ξέρω.»
«Και γιατί δίνεις πράγματα;»
Με κοίταξε σαν να είχα ρωτήσει γιατί η γη γυρίζει.
«Γιατί πεινάνε.»
Δεν είχα τι να απαντήσω.
Πήρα λίγο ρύζι και δύο κονσέρβες.
Μου είπε να τον πληρώσω όταν μπορέσω.
Εκείνη την ημέρα ένας άνθρωπος με τετράδιο λειτουργούσε καλύτερα από ολόκληρο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
Ημέρα 7: Η τελευταία ημέρα χωρίς Internet
Η κατάσταση είχε ξεφύγει.
Οι αρχές είχαν χάσει τον έλεγχο αρκετών περιοχών.
Στρατιωτικά οχήματα εμφανίστηκαν στους δρόμους. Δεν ξέρω αν είχαν έρθει για να βοηθήσουν ή για να προστατεύσουν τις αποθήκες τροφίμων.
Ίσως και τα δύο.
Στο ραδιόφωνο ακούσαμε ότι οι νεκροί παγκοσμίως είχαν ξεπεράσει τα 78 εκατομμύρια παγκοσμίως.
Δεν υπήρχε τρόπος να επιβεβαιωθεί.
Άλλες αναφορές μιλούσαν για πολύ περισσότερους.
Άνθρωποι πέθαιναν επειδή δεν είχαν πρόσβαση σε φάρμακα, επειδή σταμάτησαν ιατρικές συσκευές, επειδή δεν έφτασαν εγκαίρως ασθενοφόρα.
Υπήρχαν δυστυχήματα, πυρκαγιές, βίαια επεισόδια.
Και υπήρχαν άνθρωποι που πέθαιναν απλώς επειδή κανείς δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι αυτούς και να τους βοηθήσει.
Το απόγευμα είδα δύο άνδρες να τσακώνονται έξω από ένα φαρμακείο.
Ο ένας κρατούσε ένα κουτί παιδικό γάλα.
Ο άλλος προσπαθούσε να του το πάρει.
Πριν από μία εβδομάδα ίσως να τσακώνονταν στο Facebook για το ποια πολιτική θα σώσει την ανθρωπότητα.
Τώρα δεν υπήρχε Facebook.
Υπήρχε μόνο το κουτί.
Και οι δύο είχαν παιδιά.
Δεν ξέρω πώς έληξε το θέμα.
Πήρα την κόρη μου και φύγαμε. Ευτυχώς δεν χρειάζεται βρεφικό γάλα πια.
Το βράδυ ακούσαμε από ένα φορητό ραδιόφωνο ότι μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου δικτύου είχαν αρχίσει να επανέρχονται.
Κάποιος στην πολυκατοικία χειροκρότησε σαν ηλίθιος.
Κανείς άλλος δεν ακολούθησε, τον κοιτούσαμε περίεργα.
Ημέρα 8: Το Internet επέστρεψε
Στις 11:06 άναψε ένα λαμπάκι στο router.
Έπειτα δεύτερο.
Μετά τρίτο.
Άνοιξα τον υπολογιστή.
Μια σελίδα φόρτωσε. Το tomgineer.
Για πρώτη φορά μετά από επτά ημέρες εμφανίστηκε κανονικά η πρώτη σελίδα στο Internet.
Ένιωσα μια περίεργη ανακούφιση.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ήρθε το πρώτο email.
Ήταν από ένα ηλεκτρονικό κατάστημα.
ΜΑΣ ΛΕΙΨΑΤΕ! ΕΚΠΤΩΣΗ 15% ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ!
Κοίταξα την οθόνη.
Είχαμε εκατομμύρια νεκρούς, κατεστραμμένες υποδομές, νοσοκομεία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μια ήπειρο που προσπαθούσε να βρει πόσιμο νερό.
Αλλά κάποιος είχε ξεχάσει να απενεργοποιήσει το κώλο-AI-Bot να στέλνει spam.
Ο πολιτισμός είχε επιστρέψει.
Τουλάχιστον το χειρότερο κομμάτι του.
Ημέρα 9: Τα δεδομένα δεν συγχρονίζονται
Το Internet λειτουργούσε όλο και καλύτερα.
Οι τράπεζες όμως παρέμειναν κλειστές.
Οι ηλεκτρονικές πληρωμές γίνονταν δεκτές μόνο περιστασιακά. Πολλές επιχειρήσεις αρνούνταν να τις χρησιμοποιήσουν.
Οι τράπεζες προσπαθούσαν να συγχρονίσουν συναλλαγές που είχαν καταγραφεί τοπικά, εκκρεμείς εντολές και συστήματα που είχαν επανέλθει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Το διαδίκτυο είναι συγχρονισμένο, αλλιώς δεν λειτουργεί.
Ένας φίλος μου είδε στον λογαριασμό του τρεις φορές την ίδια πληρωμή.
Ένας άλλος ανακάλυψε ότι ο μισθός του δεν είχε καταβληθεί.
Μια γυναίκα στην ουρά της τράπεζας έλεγε ότι είχε εξαφανιστεί ολόκληρος ο λογαριασμός της.
Κανείς δεν ήξερε αν επρόκειτο για πραγματική απώλεια, προσωρινή ασυμφωνία ή απλώς λανθασμένη ένδειξη.
Στην πόρτα υπήρχε ανακοίνωση.
Τα χρήματά σας παραμένουν ασφαλή. Παρακαλούμε για την υπομονή σας.
Κάποιος είχε γράψει από κάτω με μαρκαδόρο:
ΩΡΑΙΑ. ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΩ ΨΩΜΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΟΥ;
Για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι η τραπεζική ασφάλεια είχε αποκτήσει εντελώς διαφορετική αξία πια στην συνείδησή μου.
Τα χρήματά μου ήταν τόσο καλά προστατευμένα, που δεν μπορούσα να τα αγγίξω ούτε εγώ. Ευτυχώς είχα κάποια μετρητά.
Ημέρα 10: Η κυβέρνηση επέστρεψε στο X
Το πρώτο επίσημο κυβερνητικό μήνυμα που κατάφερα να διαβάσω ανέφερε ότι η αποκατάσταση προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς.
Υπήρχε φωτογραφία υπουργών γύρω από ένα τραπέζι.
Φορούσαν κοστούμια.
Πίσω τους υπήρχαν σημαίες.
Κάποιος είχε φροντίσει ακόμη και τον φωτισμό.
Σκέφτηκα ότι για να οργανώσουν τόσο ωραία τη φωτογράφιση, ίσως μπορούσαν να οργανώσουν και ένα φορτηγό με νερό.
Το μήνυμα κατέληγε:
Για συνεχή ενημέρωση, επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα μας.
Στα σχόλια ένας πολίτης ρωτούσε πού μπορεί να βρει φάρμακα για τον πατέρα του.
Η απάντηση ήταν αυτοματοποιημένη.
«Σας ευχαριστούμε για την επικοινωνία. Το αίτημά σας είναι σημαντικό για εμάς.»
Κάτω από αυτό υπήρχε αριθμός πρωτοκόλλου.
Τουλάχιστον ο πατέρας του θα πέθαινε με καταχωρημένο αίτημα.
Το ίδιο απόγευμα ανακοινώθηκε ότι οι απώλειες είχαν ξεπεράσει τα 120 εκατομμύρια παγκοσμίως.
Οι εκτιμήσεις άλλαζαν συνεχώς. Ορισμένες χώρες δεν είχαν ακόμη καταφέρει να συγκεντρώσουν τα πλήρη στοιχεία.
Η πραγματική κλίμακα της καταστροφής παρέμενε άγνωστη.
Ημέρα 11: Η κανονικότητα
Σήμερα το πρωί είδα ένα λεωφορείο.
Σταμάτησε κανονικά στη στάση.
Άνοιξε τις πόρτες.
Μπήκαν τρεις άνθρωποι.
Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωσα ότι όλα είχαν τελειώσει.
Ύστερα ο οδηγός ανακοίνωσε ότι δεν μπορούσε να εκδώσει εισιτήρια το μηχάνημα.
Ένας επιβάτης του είπε ότι είχε μηνιαία κάρτα.
«Δεν μπορώ να την ελέγξω.»
«Την έχω πληρώσει.»
«Δεν μπορώ να το δω.»
«Και τι να κάνω;»
Ο οδηγός αναστέναξε.
«Καθίστε.»
Το λεωφορείο ξεκίνησε.
Μια μικρή νίκη της ανθρώπινης λογικής.
Λίγο αργότερα πέρασα από ένα φαρμακείο.
Η φαρμακοποιός είχε κολλήσει στην πόρτα μια χειρόγραφη λίστα με τα φάρμακα που διέθετε.
Δεν υπήρχε ηλεκτρονική αναζήτηση αποθέματος.
Δεν υπήρχε ενημέρωση προμηθευτών.
Δεν υπήρχε σύστημα παραγγελιών.
Υπήρχε ένα χαρτί.
Και μια γυναίκα που προσπαθούσε να βοηθήσει.
Μου είπε ότι είχε δουλέψει δεκαέξι ώρες την προηγούμενη ημέρα.
Τη ρώτησα γιατί δεν έκλεινε λίγο το κατάστημα να ξεκουραστεί.
«Και ποιος θα εξυπηρετήσει αυτούς που χρειάζονται φάρμακα;»
Άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο κόσμος δεν είχε καταρρεύσει εντελώς επειδή υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που αρνούνταν να τον αφήσουν να καταρρεύσει.
Ημέρα 12: Είμαστε ακόμη εδώ
Σήμερα το πρωί ξύπνησα από έναν θόρυβο.
Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήταν κάποια έκρηξη.
Ήταν το ψυγείο.
Είχε ξαναπάρει μπροστά.
Το κοίταξα αρκετή ώρα.
Ένα ψυγείο.
Πριν από δώδεκα ημέρες δεν θα του έδινα καμία σημασία.
Τώρα στεκόμουν μπροστά του σαν να είχα παρακολουθήσει την πρώτη προσελήνωση.
Το παιδί κοιμόταν ακόμη.
Πήγα στο δωμάτιό του και στάθηκα στην πόρτα.
Ανέπνεε ήρεμα.
Του είχα υποσχεθεί ότι όλα θα πάνε καλά.
Δεν ήξερα αν θα κρατήσω την υπόσχεσή μου.
Είχα καταφέρει όμως να το προστατεύσω μέχρι σήμερα.
Και αύριο θα προσπαθούσα ξανά. Για όσο και αν απαιτούνταν.
Άνοιξα τον υπολογιστή.
Το Internet λειτουργούσε.
Οι ειδησεογραφικές σελίδες είχαν επιστρέψει σχεδόν όλες. Με διαφημίσεις, αναδυόμενα παράθυρα, ειδοποιήσεις και βίντεο που ξεκινούσαν μόνα τους.
Ένα άρθρο εξηγούσε πώς να διαχειριστούμε το άγχος μετά την παγκόσμια κρίση.
Ένα άλλο παρουσίαζε συγκριτικό με τις δέκα καλύτερες φορητές γεννήτριες.
Και ένα τρίτο είχε τίτλο:
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΧΩΡΙΣ INTERNET: ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΧΑΣΑΤΕ!
Το έκλεισα.
Έξω από το παράθυρο άνθρωποι περίμεναν ακόμη στην ουρά για νερό.
Στο απέναντι κτίριο είχαν τοιχοκολλήσει χαρτιά με ονόματα αγνοουμένων. Κάθε ηλικίας.
Η γυναίκα του ηλικιωμένου από την απέναντι πολυκατοικία δεν είχε βγει από το σπίτι της εδώ και μία εβδομάδα.
Στους δρόμους κυκλοφορούσε στρατός, συνεργεία επισκευών και εθελοντές.
Τα νοσοκομεία λειτουργούσαν με σαφείς περιορισμούς.
Τα supermarket άνοιγαν για λίγες ώρες την ημέρα.
Οι τράπεζες υπόσχονταν ότι σύντομα θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ξανά τα χρήματά μας.
Το Internet είχε επιστρέψει.
Ο κόσμος όχι.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ πριν.
Είχα περάσει ολόκληρη τη ζωή μου πιστεύοντας ότι το Internet ήταν ένα εργαλείο.
Κάτι που μπορούσα να ανοίξω και να κλείσω.
Κάτι που χρησιμοποιούσα για να διαβάζω, να δουλεύω, να επικοινωνώ.
Δεν είχα καταλάβει πόσα άλλα πράγματα είχαν αρχίσει να εξαρτώνται από αυτό.
Δεν είχα καταλάβει ότι οι υποδομές μας δεν ήταν ανεξάρτητες μηχανές, αλλά κομμάτια ενός τεράστιου συστήματος που λειτουργούσε μόνο όσο τα περισσότερα κομμάτια του συνεργάζονταν απρόσκοπτα.
Και κυρίως δεν είχα καταλάβει πόσο εύθραυστη είχε γίνει η καθημερινότητα που θεωρούσαμε δεδομένη.
Το νερό στη βρύση.
Το φως αν πατήσεις το διακόπτη.
Το ασθενοφόρο που έρχεται όταν το καλέσεις.
Το ψωμί στο ράφι.
Η δυνατότητα να πάρεις τηλέφωνο έναν άνθρωπο και να του πεις ότι είσαι καλά.
Όλα αυτά έμοιαζαν αυτονόητα.
Μέχρι που σταμάτησαν να είναι.
Σήμερα δεν ξέρω αν η ανθρωπότητα θα χρειαστεί εβδομάδες, μήνες ή χρόνια για να επανέλθει.
Δεν ξέρω αν οι αριθμοί των νεκρών είναι ακριβείς.
Δεν ξέρω αν θα μάθουμε ποτέ τι προκάλεσε την αρχική κατάρρευση.
Ξέρω μόνο ότι αύριο πρέπει να βρω νερό, τρόφιμα και φάρμακα.
Πρέπει να δω αν ο ηλικιωμένος του τρίτου ορόφου χρειάζεται βοήθεια.
Πρέπει να μάθω αν άνοιξε το σχολείο.
Πρέπει να συνεχίσω.
Κοίταξα για τελευταία φορά την οθόνη.
Είχα 1.847 νέα email.
Το πρώτο ήταν από την τράπεζά μου.
Αγαπητέ πελάτη, για τη δική σας ασφάλεια εντοπίσαμε ασυνήθιστη δραστηριότητα στον λογαριασμό σας και περιορίσαμε προσωρινά την πρόσβασή σας.
Από κάτω υπήρχε ένα κουμπί.
Επικοινωνήστε με την υποστήριξη.
Το πάτησα.
Άνοιξε ένα chatbot.
«Γεια σας! Είμαι ο ψηφιακός σας βοηθός. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»
Το κοίταξα.
Έπειτα κοίταξα το παιδί που μόλις είχε ξυπνήσει και στεκόταν στην πόρτα.
«Μπαμπά, έχουμε νερό;»
«Όχι ακόμη.»
«Θα βρούμε;»
«Θα βρούμε.»
Έκλεισα τον υπολογιστή.
Από το κινητό ακούστηκε μια ειδοποίηση.
Η εβδομαδιαία αναφορά χρόνου οθόνης είναι διαθέσιμη. Χρησιμοποιήσατε το κινητό σας 94% λιγότερο από την προηγούμενη εβδομάδα. Συγχαρητήρια!
Για πρώτη φορά μετά από δώδεκα ημέρες γέλασα.
Όχι πολύ.
Ίσα που μου βγήκε.
Πήρα τα άδεια μπουκάλια και κατεβήκαμε τις σκάλες.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας κάποιος είχε κολλήσει μια ανακοίνωση.
Η συνέλευση των ενοίκων θα πραγματοποιηθεί όταν αποκατασταθεί πλήρως η κατάσταση.
Από κάτω κάποιος είχε γράψει:
Θέμα πρώτο: Ποιος γαμάει τη συνέλευση και τα κοινόχρηστά σας;
Τελικά δεν είχε καταστραφεί ολόκληρος ο πολιτισμός.
Κάποια πράγματα είναι αθάνατα.