Ο κόσμος δεν θέλει πια να δουλέψει. Και το Internet το προστατεύει ο αριθμός 4.

Ο κόσμος δεν θέλει πια να δουλέψει. Και το Internet το προστατεύει ο αριθμός 4.
Published
Reading time
11.4 min

Με τον ντόρο για τα κενά ασφαλείας, τα πιστοποιητικά που έγιναν σουρωτήρι και τα σμήνη από AI bots που σαρώνουν το διαδίκτυο, ξεχάσαμε κάτι πολύ σημαντικό. Ο κόσμος δεν θέλει πια να δουλέψει. Και σε έναν κόσμο που στηρίζεται σε ανθρώπους που δεν βρίσκουν πια κανέναν λόγο να προσπαθούν, αυτό μπορεί να αποδειχθεί το μεγαλύτερο κενό ασφαλείας από όλα.

Προσωπικά θεωρώ το φαινόμενο εξίσου επικίνδυνο με τα AI swarms που αρχίζουν να κατακλύζουν το διαδίκτυο. Για την ακρίβεια, αν συνδυάσουμε τα δύο, έχουμε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν Perfect Storm.

Την τέλεια καταιγίδα.

Πριν συνεχίσω, να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν γράφω αυτό το άρθρο για να κατηγορήσω κανέναν. Ούτε για να κοροϊδέψω τους εργαζόμενους, τους νέους ή οποιονδήποτε έχει χάσει την όρεξή του να σηκωθεί το πρωί και να πάει στη δουλειά.

Το ακριβώς αντίθετο.

Τους κατανοώ απόλυτα.

Κάτι έχει αλλάξει στους ανθρώπους

Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρώ πλέον παντού.

Στην ποιότητα των προϊόντων που αγοράζω. Στις υπηρεσίες που χρησιμοποιώ. Στον τρόπο που εξυπηρετούν οι επιχειρήσεις τους πελάτες τους. Στις καθημερινές συνομιλίες μου.

Και πιστέψτε με, συνομιλώ με πολύ κόσμο.

Πρόσφατα, στη Θεσσαλονίκη, περπάτησα περίπου 150 χιλιόμετρα στο κέντρο της πόλης, μόνος μου. Όχι μονομιάς, δεν προετοιμαζόμουν για την Ολυμπιάδα. Ήταν μέρος μιας ιδιότυπης ψυχοθεραπείας που ανακάλυψα μόνος μου. Περπατάς, σκέφτεσαι, παρατηρείς και κάπως αρχίζει να μπαίνει μια τάξη στην κεφάλα σου.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα, όταν κυκλοφορείς μόνος, πολύ συχνά κάποιος θα σου πιάσει κουβέντα.

Δεν ξέρω αν σε λυπούνται, αν τους φαίνεσαι διαθέσιμος για συζήτηση ή αν απλώς οι Έλληνες αδυνατούμε να μείνουμε σιωπηλοί για περισσότερα από τρία λεπτά.

Πάντως κουβέντα θα γίνει.

Και τι κουβέντες!

Συζητήσεις εφάμιλλες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μόνο που αντί για την Ακαδημία βρίσκεσαι έξω από ένα περίπτερο και ο συνομιλητής σου κρατάει φραπέ και τσιγάρο.

Το έχουμε με τη φιλοσοφία εδώ και χιλιάδες χρόνια. Απλώς άλλαξαν τα αναψυκτικά.

Μιλώντας λοιπόν με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων, διαπίστωσα κάτι που παρατηρώ και στη Γερμανία.

Πολλοί έχουν παραιτηθεί ψυχολογικά από τη δουλειά τους. Συνεχίζουν να πηγαίνουν, συνεχίζουν να πληρώνονται, συνεχίζουν να κάνουν όσα χρειάζονται.

Αλλά η φλόγα έχει σβήσει.

Ο κόσμος δεν θέλει πια να δουλέψει

Και γιατί να θέλει;

Το κόστος διαβίωσης έχει ξεφύγει. Τα ενοίκια έχουν γίνει ανέκδοτο που δεν προκαλεί πια καθόλου γέλιο. Το όνειρο της αγοράς ενός σπιτιού απομακρύνεται κάθε χρόνο.

Ακόμη και η αγορά ενός συμπαθητικού αυτοκινήτου, που δεν θα τυλιχτεί στις φλόγες μετά από 25 χιλιόμετρα, αρχίζει να μοιάζει με σοβαρό οικονομικό επίτευγμα.

Κάποτε δούλευες, αποταμίευες, αγόραζες ένα σπίτι, δημιουργούσες οικογένεια και σχεδίαζες το μέλλον σου.

Σήμερα δουλεύεις, πληρώνεις το ενοίκιο και πανηγυρίζεις αν στο τέλος του μήνα έχεις αρκετά χρήματα για να παραγγείλεις πίτσα χωρίς να συμβουλευτείς πρώτα το λογιστή σου.

Ποιος άνθρωπος ξυπνάει στις έξι το πρωί, κάθεται στον σπασμένο καναπέ του και σκέφτεται:

«Μαλάκα μου, πάντα αυτό ήθελα από τη ζωή. Να περνάω δύο ώρες στον δρόμο για να πάω και να γυρίσω από τη δουλειά. Να δουλεύω σαν σκυλί οκτώ ώρες, να μου παίρνει ένα τεράστιο κομμάτι του μισθού η εφορία, το υπόλοιπο οι λογαριασμοί και για να φάω να χρειάζομαι δάνειο».

Παρεμπιπτόντως, αυτή την έκφραση «δουλεύω σαν σκυλί» ποτέ δεν την κατάλαβα.

Ξέρετε κανένα σκυλί που να δουλεύει;

Όσα ξέρω εγώ κοιμούνται δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, βγαίνουν βόλτα τρεις φορές, απολαμβάνουν χάδια, λιχουδιές και απεριόριστη αγάπη. Και όλα αυτά χωρίς να έχουν στείλει ούτε ένα βιογραφικό στη ζωή τους.

Μάλλον εμείς είμαστε οι μαλάκες της υπόθεσης.

Η μεγάλη συμφωνία

Και κάπως έτσι καταλήξαμε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εργασιακό μοντέλο.

  • Ο εργοδότης σε πληρώνει όσο λιγότερο μπορεί, αρκεί να μη φύγεις.

  • Ο εργαζόμενος παράγει όσο λιγότερο μπορεί, αρκεί να μην τον απολύσουν.

Γαμάτο σύστημα, έτσι δεν είναι;

Δύο πλευρές που προσπαθούν να πάρουν όσο το δυνατόν περισσότερα δίνοντας όσο το δυνατόν λιγότερα.

Μια θαυμάσια συνεργασία, στην οποία κανείς δεν θέλει πραγματικά να συμμετέχει.

Και ανάμεσα στους δύο βρίσκεται το προϊόν.

Το λογισμικό που χρησιμοποιούμε. Το αυτοκίνητο που οδηγούμε. Το μηχάνημα στο νοσοκομείο. Η υπηρεσία που χειρίζεται τα προσωπικά μας δεδομένα.

Όλα αυτά χρειάζονται ανθρώπους που να ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δουλειά τους.

Ανθρώπους που θα δουν ένα πρόβλημα και δεν θα πουν «δεν είναι δική μου αρμοδιότητα».

Που θα εντοπίσουν ένα λάθος και θα επιμείνουν να διορθωθεί.

Που θα κάνουν έναν έλεγχο παραπάνω, ακόμη κι όταν δεν τους τον ζήτησε κανείς.

Αλλά γιατί να κάνουν κάτι παραπάνω, όταν το σύστημα τους έχει μάθει ότι το παραπάνω δεν ανταμείβεται;

Και εδώ φτάνουμε στην αγαπημένη μου ιστορία των τελευταίων ημερών.

Μια ιστορία τόσο εξωφρενική, που αν την είχα γράψει ως μυθοπλασία, θα μου λέγατε ότι το ξεφτίλισα πάλι.

Η eMudhra και ο αριθμός 4

Η eMudhra είναι μια εταιρεία από την Ινδία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με ψηφιακά πιστοποιητικά και υπηρεσίες ηλεκτρονικής εμπιστοσύνης.

Τι σημαίνει αυτό;

Όταν επισκέπτεσαι μια ιστοσελίδα και βλέπεις το HTTPS στον browser σου, ένα από τα πράγματα που πρέπει να εξασφαλίζονται είναι ότι επικοινωνείς με τον σωστό διακομιστή.

Όχι με κάποιον απατεώνα που έχει στήσει μια απομίμηση της τράπεζάς σου και περιμένει να του παραδώσεις τους κωδικούς σου.

Για να λειτουργεί αυτό, υπάρχουν οργανισμοί που εκδίδουν ψηφιακά πιστοποιητικά. Είναι κάτι σαν υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίων για ιστοσελίδες.

Κάποιοι από αυτούς έχουν την εξουσία να εξουσιοδοτούν και άλλους να εκδίδουν πιστοποιητικά. Αυτοί οι ενδιάμεσοι οργανισμοί ονομάζονται Intermediate Certificate Authorities.

Φανταστείτε λοιπόν ότι μια υπηρεσία έχει δικαίωμα να εκδίδει διαβατήρια τα οποία αναγνωρίζονται διεθνώς.

Τώρα φανταστείτε ότι το κλειδί που χρησιμοποιεί για να πιστοποιεί αυτά τα διαβατήρια μπορεί να το ανακαλύψει οποιοσδήποτε.

Αν κάποιος αποκτήσει αυτό το κλειδί, μπορεί να δημιουργήσει πλαστά πιστοποιητικά που φαίνονται αυθεντικά σε συστήματα που εξακολουθούν να εμπιστεύονται την υπηρεσία.

Δεν μιλάμε για κάποιο μικρό WordPress blog που ξέχασε ο ιδιοκτήτης του να ενημερώσει.

Μιλάμε για τη βασική υποδομή εμπιστοσύνης του διαδικτύου.

Και τι έγινε λοιπόν στην eMudhra;

Τον Απρίλιο του 2025 δημιουργήθηκαν οκτώ ενδιάμεσα πιστοποιητικά με κρυπτογραφικά κλειδιά που υποτίθεται ότι προσέφεραν τεράστιο επίπεδο ασφάλειας.

Για να καταλάβετε την κλίμακα, ένα σωστά δημιουργημένο ιδιωτικό κλειδί P-384 επιλέγεται από έναν χώρο περίπου 10 εις την 115 πιθανών τιμών.

Για να μη βασανίζετε το μυαλό σας προσπαθώντας να φανταστείτε αυτόν τον αριθμό, σας τον γράφω ολόκληρο. Είναι το 1 ακολουθούμενο από 115 μηδενικά:

10000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000

Ένας αριθμός τόσο μεγάλος που ούτε ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών δεν θα μπορούσε να τον βάλει σε φορολογικό συντελεστή.

Στην eMudhra, όμως, κάτι πήγε στραβά.

Τα οκτώ κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν είχαν τιμές μικρότερες από 256.

Ναι, διακόσια πενήντα έξι.

Και ανάμεσά τους βρισκόταν ένα κλειδί ιδιαίτερης κρυπτογραφικής πολυπλοκότητας.

Ο αριθμός 4.

Όχι 4.000.000.

Όχι ένας τυχαίος αριθμός 384 bits που αρχίζει από 4.

Τέσσερα. Σκέτο!

Μισό λεπτό να σας δείξω πώς φαίνεται αυτό το ιδιωτικό κλειδί, γραμμένο σε δεκαεξαδική μορφή.

0x000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000004

Για όσους δεν γνωρίζουν προγραμματισμό, όλα αυτά τα μηδενικά δεν προσθέτουν ασφάλεια.

Είναι απλώς μηδενικά.

Το κλειδί παραμένει 4.

Ο ερευνητής ασφαλείας Scott Helme κατάφερε να ανακτήσει τα προβληματικά ιδιωτικά κλειδιά από τα δημόσια πιστοποιητικά σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο.

Ούτε καφέ δεν πρόλαβε να φτιάξει ο άνθρωπος.

Και τώρα το καλύτερο.

Το πρόβλημα παρέμεινε απαρατήρητο για περίπου 18 μήνες και πέρασε από δύο ανεξάρτητους κύκλους ελέγχων.

Δεκαοκτώ μήνες.

Δύο έλεγχοι.

Ο αριθμός 4.

Για να καταλάβετε το μέγεθος της μαλακίας, αυτό που συνέβη ήταν χειρότερο κι από το να βάλεις «12345» για κωδικό πρόσβασης στην τράπεζά σου. Αν σε αφήσει κιόλας η τράπεζα. Πιθανότατα θα απορρίψει τον κωδικό σου ως υπερβολικά αδύναμο.

Ήταν ένα μικρό λαθάκι

Η eMudhra εξήγησε ότι κατά τη διαδικασία δημιουργίας των κλειδιών παρουσιάστηκε πρόβλημα σε ένα script.

Δημιουργήθηκε ένα δεύτερο, αδύναμο σύνολο κλειδιών και, εξαιτίας της ομοιότητας των ονομασιών, χρησιμοποιήθηκαν τα λάθος.

Μάλιστα.

Δηλαδή κάπου σε μια διαδικασία που υποτίθεται ότι προστατεύει ένα μέρος της παγκόσμιας υποδομής εμπιστοσύνης, ένα script έκανε την πατάτα του, ακολούθησαν οι υπόλοιπες διαδικασίες και κανείς δεν αντιλήφθηκε ότι το μυστικό κλειδί ήταν ένας αριθμός που μαθαίνουμε στο νηπιαγωγείο.

Και πέρασαν δύο έλεγχοι.

Δεν ξέρω τι ακριβώς έλεγχαν.

Υποθέτω ότι τα έγγραφα ήταν σωστά συμπληρωμένα.

Για να είμαστε ακριβείς, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι τα συγκεκριμένα ενδιάμεσα πιστοποιητικά δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για την έκδοση πιστοποιητικών τελικών χρηστών. Δεν αναφέρθηκε διαρροή δεδομένων. Οι κλασικές Crisis Management παπαριές δηλαδή.

Αλλά το πρόβλημα ήταν πραγματικό και σοβαρό.

Τόσο σοβαρό ώστε Google, Mozilla και άλλοι μεγάλοι κατασκευαστές λογισμικού αναγκάστηκαν να κινητοποιηθούν για να αποκλείσουν τα προβληματικά πιστοποιητικά.

Και στις 22 Οκτωβρίου 2026, η eMudhra ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την παγκόσμια αγορά πιστοποιητικών SSL/TLS.

Αυτό δεν το λες success story. Suck story το λες.

Αλλά εγώ θέλω να σταθώ αλλού.

Όχι στο script.

Στους ανθρώπους και στο σύστημα που επέτρεψε σε ένα τέτοιο λάθος να περάσει από τόσα στάδια χωρίς να το σταματήσει κανείς.

Πόσο πληρώνεται κάποιος για να νοιάζεται;

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία.

Μπορεί μια εταιρεία να αγοράσει τον ακριβότερο εξοπλισμό ασφαλείας στον πλανήτη.

Να αποκτήσει πιστοποιήσεις, συμβούλους, επιτροπές, διευθυντές, υποδιευθυντές και διευθυντές των υποδιευθυντών.

Να διοργανώσει και μια επίσημη τελετή δημιουργίας κρυπτογραφικών κλειδιών, γιατί προφανώς ούτε ένα κλειδί δεν μπορούμε πλέον να δημιουργήσουμε χωρίς τελετή.

Αν όμως στο τέλος αυτής της αλυσίδας οι άνθρωποι που εκτελούν, ελέγχουν και εγκρίνουν τις διαδικασίες δεν έχουν το χρόνο, την εκπαίδευση, την υποστήριξη και κυρίως το κίνητρο να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, όλα αυτά είναι ντεκόρ.

Δεν γνωρίζω πόσο πληρώνονταν οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι της eMudhra. Ούτε ποιος έκανε τι.

Αλλά γνωρίζω πολύ καλά πώς λειτουργεί ένα σύστημα όταν όλοι ενδιαφέρονται περισσότερο να τελειώσει η διαδικασία παρά να βγει σωστό το αποτέλεσμα.

Το έχω δει πολλές φορές.

Αν αντιμετωπίζεις τον εργαζόμενο ως κόστος που πρέπει διαρκώς να μειώνεται, μη σου κάνει εντύπωση όταν αρχίσει κι εκείνος να αντιμετωπίζει τη δουλειά ως αγγαρεία που πρέπει διαρκώς να περιορίζεται.

Και όταν κάτι πάει στραβά, η διοίκηση αναζητά την αιτία στο τελευταίο ανθρώπινο χέρι που ακούμπησε το σύστημα.

Πολύ βολικό.

Μόνο που το χέρι αυτό ανήκει σε κάποιον που λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο δημιούργησαν άλλοι.

Και τα νέα παιδιά τι να ονειρευτούν;

Εδώ είναι που η κατάσταση παύει να είναι αστεία.

Σκέφτομαι τα νέα παιδιά.

Είσαι 25 χρονών. Έχεις σπουδάσει, έχεις προσπαθήσει, έχεις αποκτήσει κάποιες δεξιότητες και βρίσκεις μια δουλειά.

Ας πούμε ότι είσαι και τυχερός. Δεν χρειάζεται να κάνεις τρεις δουλειές για να πληρώσεις το νοίκι σου.

Γνωρίζεις μια κοπέλα.

Την αγαπάς. Έχει το γλυκότερο χαμόγελο του κόσμου. Θέλεις να ζήσεις μαζί της, να ξυπνάτε στο ίδιο σπίτι, να κάνετε σχέδια.

Και τι κάνεις;

Την κουτουπώνεις στο υπόγειο της μάνας σου;

Εκεί θα μεγαλώσετε το παιδί σας;

Θα πάτε στο IKEA να αγοράσετε έπιπλα για το υπόγειο, να το μετατρέψετε σε οικογενειακή κατοικία;

Και όταν μεγαλώσει το παιδί, θα του εξηγείς ότι το παράθυρο βλέπει σε σωλήνα αποχέτευσης επειδή υπάρχει οικονομική στενότητα;

Εδώ καλά-καλά δεν μπορείς να συντηρήσεις την κούτρα σου.

Ποιο είναι λοιπόν το κίνητρο να εργαστείς περισσότερο;

Να πάρεις προαγωγή;

Να αυξηθούν οι υποχρεώσεις σου, να βλέπεις λιγότερο την οικογένειά σου και να σου μένουν στο τέλος του μήνα μερικά κατοστάρικα παραπάνω, αν είσαι τυχερός;

Κάποια στιγμή ο άνθρωπος κάνει έναν πολύ απλό υπολογισμό.

Αν δεν μπορώ να φτάσω εκεί που θέλω όσο κι αν προσπαθήσω, γιατί να εξαντλούμαι προσπαθώντας;

Και αρχίζει να κάνει τα απολύτως απαραίτητα.

Όχι επειδή γεννήθηκε τεμπέλης.

Επειδή έπαψε να βρίσκει κάποιο νόημα σε όλα αυτά.

Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από την τεμπελιά.

Την τεμπελιά μπορείς να την αντιμετωπίσεις με κίνητρα.

Την απώλεια νοήματος πώς την αντιμετωπίζεις;

Η τέλεια καταιγίδα

Και τώρα ας επιστρέψουμε στο διαδίκτυο.

Από τη μία έχουμε ολοένα και περισσότερα αυτοματοποιημένα συστήματα, AI agents και σμήνη από bots που μπορούν να σαρώνουν ιστοσελίδες, να αναζητούν αδυναμίες και να πραγματοποιούν ενέργειες σε κλίμακα που πριν από λίγα χρόνια θα απαιτούσε στρατιές ανθρώπων.

Οι επιτιθέμενοι αποκτούν όλο και καλύτερα εργαλεία.

Η αυτοματοποίηση γίνεται ταχύτερη, φθηνότερη και πιο προσιτή.

Από την άλλη έχουμε ένα τεράστιο ψηφιακό οικοδόμημα που χρειάζεται συνεχή συντήρηση.

Εκατομμύρια εφαρμογές, βιβλιοθήκες, servers, δίκτυα και συστήματα ασφαλείας.

Όλα φτιαγμένα και συντηρούμενα από ανθρώπους.

Ανθρώπους που δουλεύουν με προθεσμίες, περικοπές προσωπικού, ατελείωτα meetings, ανεπαρκείς προϋπολογισμούς και την παράλογη απαίτηση να γίνονται όλα γρηγορότερα και φθηνότερα.

Κάποτε ένα σοβαρό κενό ασφαλείας χρειαζόταν κάποιον ικανό και αποφασισμένο να το ανακαλύψει και να το εκμεταλλευτεί.

Σήμερα μπορείς να βάλεις την αυτοματοποίηση να ψάχνει ασταμάτητα.

Και απέναντί της να βρίσκεται ένας άνθρωπος που έχει ήδη δουλέψει δέκα ώρες, χρωστάει στην τράπεζα, δεν έχει κοιμηθεί καλά και μόλις έλαβε ένα email από τη διοίκηση που τον ενημερώνει ότι φέτος δεν προβλέπονται αυξήσεις.

Ποιος από τους δύο έχει μεγαλύτερη αντοχή;

Το bot δεν κουράζεται.

Δεν πληρώνει νοίκι.

Δεν έχει παιδιά να μεγαλώσει.

Δεν χρειάζεται να πάρει άδεια.

Και κυρίως, δεν κάθεται την Κυριακή το βράδυ στον καναπέ αναρωτώμενο πού σκατά πήγε η ζωή του.

Βάλε τώρα αυτά τα δύο φαινόμενα μαζί.

Από τη μία, μηχανές που γίνονται ολοένα ικανότερες να βρίσκουν αδυναμίες.

Από την άλλη, άνθρωποι που χάνουν σταδιακά το ενδιαφέρον τους να διορθώνουν τις αδυναμίες που ήδη γνωρίζουν.

The Perfect Storm.

Το μεγαλύτερο κενό ασφαλείας δεν διορθώνεται με patch

Έχω περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου γράφοντας κώδικα.

Ξέρω πολύ καλά ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Έχω κάνει αρκετά και ο ίδιος.

Ξέρω επίσης ότι ένα σύστημα μπορεί να έχει όλους τους ελέγχους του κόσμου και πάλι να αποτύχει.

Αλλά υπάρχει κάτι που δεν αντικαθίσταται εύκολα.

Ο άνθρωπος που ενδιαφέρεται.

Αυτός που θα δει κάτι παράξενο και θα ασχοληθεί.

Που θα επιμείνει να ελέγξει γιατί κάτι δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

Που θα πει «όχι, αυτό δεν το βγάζουμε ακόμη στην παραγωγή».

Που θα σηκώσει το χέρι και θα διαφωνήσει, ακόμη κι αν ο προϊστάμενος έχει ήδη ανακοινώσει ότι το έργο ολοκληρώθηκε επιτυχώς.

Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους ως αναλώσιμους, κάποια στιγμή θα μας τελειώσουν.

Και τότε δεν θα φταίει η τεχνητή νοημοσύνη.

Ούτε τα bots.

Ούτε κάποιος άτυχος προγραμματιστής στην Ινδία που έγραψε ένα προβληματικό script.

Θα φταίει ότι χτίσαμε έναν κόσμο στον οποίο ζητάμε από τους ανθρώπους να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ενώ τους προσφέρουμε όλο και λιγότερους λόγους για να το κάνουν.

Και συνεχίζουμε να απορούμε γιατί δεν προσπαθούν περισσότερο.

Το μέλλον του διαδικτύου δεν με τρομάζει επειδή οι μηχανές γίνονται εξυπνότερες.

Με τρομάζει η πιθανότητα να γίνονται εξυπνότερες την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι που πρέπει να τις ελέγχουν δεν θα έχουν πια κανένα λόγο να νοιάζονται.

Γιατί τότε τα AI swarms δεν θα χρειαστεί καν να παραβιάσουν την πόρτα.

Θα τη βρουν κλειδωμένη με τον αριθμό 4.