Πως νιώθεις όταν βλέπεις κάποιον σαν τον πατέρα σου να πεινάει?

Πως νιώθεις όταν βλέπεις κάποιον σαν τον πατέρα σου να πεινάει?

Το άρθρο αυτό το είχα γράψει τα ταραχώδη χρόνια που ζούσα στην Αθήνα. Ένα από τα αγαπημένα άρθρα του παλιού μου blog οπότε το αφήνω και αυτό εδώ.

Tom Juggler / 2 ώρες πριν στο Ημερολόγιο
45 Views

Συνηθίζω να κατεβαίνω στο κέντρο με τα πόδια. Στο Σύνταγμα κυρίως. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη απόσταση. Χίλια πεντακόσια μέτρα, πάνω κάτω. Μια απόσταση που, αν την κοιτάξεις στον χάρτη, μοιάζει ασήμαντη. Ένα μικρό χάραγμα γραμμής μέσα στην πόλη. Στην πραγματικότητα όμως, όταν τη διασχίζεις με τα πόδια, όταν αφήνεις το σώμα σου να μπει στον ρυθμό της Αθήνας, αυτά τα χίλια πεντακόσια μέτρα γίνονται κάτι άλλο. Γίνονται χρόνος. Γίνονται παρατήρηση. Γίνονται μια μικρή κάθοδος προς τον εαυτό σου.

Ο περίπατος ήταν πάντα για μένα χρόνος περισυλλογής. Μια τελετουργία σχεδόν. Δεν περπατάω μόνο για να φτάσω κάπου. Περπατάω για να σκεφτώ. Για να τακτοποιήσω μέσα μου όσα δεν τακτοποιούνται σε γραφεία, σε οθόνες, σε συσκέψεις, σε τηλεφωνήματα. Περπατάω για να ακούσω τη σκέψη μου κάτω από τον θόρυβο της πόλης. Για να δω τα πρόσωπα, τις προσόψεις, τα φανάρια, τα μπαλκόνια, τα σκυμμένα κεφάλια, τους ανθρώπους που βιάζονται, τους ανθρώπους που περιμένουν, τους ανθρώπους που έχουν πάψει πια να περιμένουν οτιδήποτε.

Δεν χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο όσο μπορώ. Όταν οι αποστάσεις περπατιούνται, τις περπατάω. Αποφεύγω ακόμα και τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όχι από κάποια ιδιοτροπία, ούτε επειδή έχω κάτι να αποδείξω. Απλώς νιώθω πως, όταν μπαίνεις σε ένα αυτοκίνητο ή σε ένα λεωφορείο, η πόλη περνάει από δίπλα σου σαν εικόνα. Όταν περπατάς, η πόλη σε αγγίζει. Σε σταματάει. Σε λερώνει λίγο. Σε ταράζει. Σε αναγκάζει να την κοιτάξεις στα μάτια.

Και η Αθήνα, αν την κοιτάξεις στα μάτια, δεν σε αφήνει εύκολα ήσυχο.

Περπατούσα λοιπόν πριν από λίγες μέρες στη Βασιλίσσης Όλγας. Ήταν από εκείνες τις ώρες που η μέρα μοιάζει να έχει κουραστεί, αλλά δεν έχει ακόμα παραδοθεί στη νύχτα. Τα αυτοκίνητα περνούσαν με εκείνον τον συνεχή, βαρύ ήχο που έχει η Αθήνα, σαν να ανασαίνει δύσκολα. Τα δέντρα, όσα έχουν απομείνει να στέκουν εκεί, έριχναν σκιές πάνω στο πεζοδρόμιο. Ο κόσμος προχωρούσε με τη γνωστή αθηναϊκή βιασύνη, αυτή τη βιασύνη που δεν σημαίνει πάντα ότι έχεις κάπου να πας, αλλά ότι δεν αντέχεις να μείνεις εκεί που είσαι.

Και τότε τον είδα.

Ήταν ένας άντρας περίπου στην ηλικία του πατέρα μου. Ίσως λίγο μικρότερος, ίσως λίγο μεγαλύτερος. Ξέρετε, υπάρχει μια ηλικία που δεν τη μετράς πια ακριβώς με χρόνια. Τη μετράς με στάση σώματος. Με το βλέμμα. Με τα χέρια. Με τον τρόπο που ένας άνθρωπος κουβαλάει επάνω του όσα πέρασαν. Ήταν ένας καθώς πρέπει κύριος. Αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκα, σχεδόν αυθόρμητα. Τα ρούχα του δεν θύμιζαν άστεγο. Δεν υπήρχε πάνω του εκείνη η εικόνα που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε, ίσως και να ταξινομούμε βιαστικά, για να μην πονάμε πολύ. Φορούσε ρούχα κανονικά, αξιοπρεπή. Όχι καινούργια, όχι φροντισμένα με την έννοια της άνεσης, αλλά ρούχα ανθρώπου που κάποτε ντυνόταν για να πάει κάπου. Για να εργαστεί. Για να συναντήσει κάποιον. Για να σταθεί όρθιος μέσα στην κοινωνία.

Κι όμως, ήταν ξαπλωμένος σε ένα παγκάκι.

Όχι απλώς καθισμένος. Ξαπλωμένος. Σαν να είχε καταρρεύσει εκεί. Σαν να μην τον είχε φέρει το βήμα του, αλλά μια ήττα. Και έκλαιγε.

Δεν έκλαιγε δυνατά. Δεν φώναζε. Δεν ζητούσε τίποτα από κανέναν. Έκλαιγε ήσυχα, σχεδόν ντροπαλά, με έναν τρόπο που ήταν πολύ πιο σκληρός από μια κραυγή. Γιατί η κραυγή, όσο άγρια κι αν είναι, έχει ακόμα μέσα της την απαίτηση. Το ήσυχο κλάμα ενός μεγάλου άντρα σε ένα παγκάκι έχει παραίτηση. Έχει κάτι το οριστικό. Κάτι που δεν ξέρεις πού να το τοποθετήσεις στην ψυχή σου.

Συνέχισα να περπατάω, αλλά κάτι μέσα μου είχε μείνει πίσω. Στο παγκάκι. Δίπλα του. Στο πρόσωπό του. Στην εικόνα ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου και που, για κάποιο λόγο, είχε βρεθεί να κλαίει μόνος του σε έναν δημόσιο χώρο, ανάμεσα σε ανθρώπους που περνούσαν.

Και είναι παράξενο πράγμα η πόλη. Μπορεί να σε κρύψει καλύτερα από οποιοδήποτε σκοτάδι. Μπορείς να κλαις μπροστά σε όλους και να είσαι απολύτως αόρατος.

Χθες, αργά τη νύχτα, η ίδια σκέψη ήρθε και με βρήκε ξανά. Καθόμουν σε ένα γνωστό εστιατόριο της Φιλελλήνων. Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στο κέντρο, αλλά εκεί γύρω υπήρχε ακόμα κίνηση. Φώτα, τραπέζια, σερβιτόροι που περνούσαν γρήγορα, ποτήρια που ακούγονταν, χαμηλόφωνες κουβέντες, άνθρωποι που έτρωγαν, άνθρωποι που γελούσαν, άνθρωποι που προσπαθούσαν να κρατήσουν για λίγο την ψευδαίσθηση μιας κανονικότητας.

Κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την κανονικότητα, με πλησίασε ένας άντρας.

Και πάλι, καθώς πρέπει κύριος. Και πάλι, δεν θύμιζε άστεγο. Δεν είχε εκείνο το βλέμμα της εξάρτησης που, με λίγη εμπειρία, το καταλαβαίνεις σχεδόν αμέσως. Δεν ήταν ναρκομανής. Δεν ήταν μεθυσμένος. Δεν ήταν κάποιος που περιφερόταν χαμένος χωρίς συνείδηση του χώρου και του εαυτού του. Αν τον έβλεπες από μακριά, θα έλεγες πως είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ένας πατέρας. Ένας θείος. Ένας συνταξιούχος. Ένας άνθρωπος που βγήκε για λίγο στο κέντρο και τώρα επιστρέφει σπίτι του.

Μόνο που δεν επέστρεφε πουθενά. Ή, τουλάχιστον, έτσι έμοιαζε.

Ήρθε κοντά μου διστακτικά. Με εκείνο το διστακτικό βήμα που δεν είναι φόβος ακριβώς. Είναι ντροπή. Είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να πλησιάσει έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να χάσει εντελώς τον εαυτό του. Στάθηκε δίπλα μου και μου είπε:

«Να σου πω κάτι;»

Η φωνή του ήταν σιγανή. Όχι αδύναμη, αλλά κουρασμένη. Σαν να είχε προηγηθεί μια μεγάλη εσωτερική διαδρομή μέχρι να βγουν αυτές οι τέσσερις λέξεις. Τον κοίταξα. Ήταν χλωμός. Εξαντλημένος. Τα μάτια του είχαν εκείνη τη θαμπάδα που δεν την αφήνει μόνο η αϋπνία. Την αφήνει η πείνα. Η αγωνία. Η πολλή ώρα που προσπαθείς να κρατηθείς όρθιος χωρίς να έχεις από πού να πιαστείς.

Του απάντησα:

«Πες μου. Τι σου συμβαίνει;»

Για μια στιγμή χαμήλωσε το βλέμμα. Σαν να μάζευε όση αξιοπρέπεια του είχε απομείνει, όχι για να τη σώσει, αλλά για να την προσφέρει μαζί με την αλήθεια του. Και μετά μου είπε:

«Ντρέπομαι που σου μιλάω. Δεν είμαι ναρκομανής. Είμαι ένας απλός Έλληνας πολίτης. Έχω να φάω εδώ και καιρό. Έχω μείνει με πενήντα λεπτά. Δεν αρκούν αυτά για τροφή. Δεν θέλω χρήματα. Πάμε μαζί, αν θέλεις, να μου πάρεις κάτι να φάω. Αντέχω την πείνα... αλλά τώρα έχω φτάσει στα όρια».

Υπάρχουν φράσεις που δεν τις ακούς απλώς. Σου συμβαίνουν.

Αυτό ακριβώς ένιωσα. Δεν ήταν ότι άκουσα έναν άνθρωπο να μου ζητάει βοήθεια. Ήταν ότι η φράση του ήρθε και κάθισε μέσα μου με βάρος. Με διέλυσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όχι επειδή δεν έχω ξαναδεί ανθρώπους δυστυχισμένους. Όχι επειδή δεν έχω δει άστεγους, εξαρτημένους, πεινασμένους, ανθρώπους πεταμένους στις γωνίες μιας κοινωνίας που έμαθε να προχωράει κοιτώντας αλλού. Φυσικά και έχω δει. Δυστυχώς, δεν ήταν η πρώτη φορά. Ούτε η δεύτερη. Ούτε η δέκατη.

Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό.

Ίσως γιατί μου θύμισε τον πατέρα μου.

Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Όταν η δυστυχία αποκτά το πρόσωπο κάποιου δικού σου, παύει να είναι εικόνα. Παύει να είναι κοινωνικό φαινόμενο, στατιστική, πολιτικό συμπέρασμα, θέμα εκπομπής, θέμα συζήτησης. Γίνεται άνθρωπος. Γίνεται αίμα. Γίνεται οικογένεια. Γίνεται κάτι που δεν μπορείς να απομακρύνεις με μια σκέψη του τύπου «έτσι είναι τα πράγματα». Γιατί ξαφνικά δεν είναι «τα πράγματα». Είναι ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να σε έχει κρατήσει από το χέρι όταν ήσουν παιδί. Που θα μπορούσε να έχει δουλέψει μια ζωή. Που θα μπορούσε να έχει μεγαλώσει παιδιά, να έχει πληρώσει λογαριασμούς, να έχει σταθεί σε ουρές, να έχει κάνει υπομονή, να έχει πιστέψει πως αν κάνει όσα πρέπει, αν μείνει έντιμος, αν δουλέψει, αν αντέξει, η ζωή δεν θα τον πετάξει κάποτε έτσι, στη μέση του δρόμου, να ζητάει ένα πιάτο φαγητό από έναν άγνωστο.

Στεκόταν μπροστά μου ένας άνθρωπος αξιοπρεπής. Ειλικρινής. Ένας άνθρωπος που πιθανότατα είχε εργαστεί για δεκαετίες. Που ίσως είχε ξυπνήσει αμέτρητα πρωινά πριν χαράξει. Που ίσως είχε φορέσει καθαρό πουκάμισο για να πάει στη δουλειά. Που ίσως είχε στερηθεί για να μη στερηθούν άλλοι. Που ίσως είχε πει πολλές φορές «δεν πειράζει» ενώ πείραζε. Που ίσως είχε μάθει να αντέχει, όπως τόσοι άνθρωποι αυτής της γενιάς. Να καταπίνει. Να σωπαίνει. Να μην ενοχλεί.

Και τώρα βρισκόταν μπροστά μου. Μπροστά σε έναν νεότερο άνθρωπο. Μπροστά σε κάποιον που θα μπορούσε, ηλικιακά, να είναι γιος του. Και ζητούσε τροφή.

Όχι χρήματα. Τροφή.

Αυτό με τάραξε περισσότερο από όλα. «Δεν θέλω χρήματα», είπε. «Πάμε μαζί να μου πάρεις κάτι να φάω». Υπήρχε μέσα σε αυτή τη φράση μια τελευταία προσπάθεια να προστατεύσει την αξιοπρέπειά του. Να μου πει: δεν σε κοροϊδεύω. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ την καλοσύνη σου. Δεν θέλω να σου πουλήσω μια ιστορία. Πεινάω. Έλα να το δεις. Έλα να με πιστέψεις με τον πιο απλό και ταπεινωτικό τρόπο. Αγόρασέ μου φαγητό.

Φυσικά και τον βοήθησα.

Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Δεν είναι ποτέ εκεί το θέμα, όσο κι αν θέλουμε να παρηγορηθούμε με την ατομική πράξη. Ναι, πρέπει να βοηθάμε. Ναι, εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει άλλη φιλοσοφία. Υπάρχει ένας άνθρωπος πεινασμένος και πρέπει να φάει. Όλα τα άλλα έρχονται μετά. Όμως το «μετά» είναι που σε τρώει. Γιατί, όταν φύγει εκείνος, όταν τελειώσει η στιγμή, όταν επιστρέψεις στο τραπέζι σου, όταν ξανακούσεις γύρω σου τα μαχαιροπίρουνα, τις φωνές, τα γέλια, τότε μένει η εικόνα. Και η εικόνα δεν φεύγει.

Μένει το ερώτημα.

Πώς φτάσαμε εδώ;

Πώς γίνεται ένας άνθρωπος αυτής της ηλικίας, ένας άνθρωπος που δεν μοιάζει να έχει παραιτηθεί από τη ζωή, ένας άνθρωπος που ακόμα ντρέπεται, που ακόμα εξηγεί ποιος είναι, που ακόμα φοβάται μήπως τον περάσεις για κάτι άλλο, να στέκεται μέσα στη νύχτα και να λέει σε έναν άγνωστο ότι έχει μείνει με πενήντα λεπτά;

Πώς γίνεται να έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την κατάρρευση, ώστε να τη διακρίνουμε μόνο όταν μας μοιάζει με τον πατέρα μας;

Θέλει γερά νεύρα πλέον να αντιμετωπίζεις την εικόνα γύρω σου. Θέλει μια αντοχή που δεν είναι φυσιολογική. Είμαι συνεχώς στον δρόμο. Λόγω κινημάτων, λόγω εκπομπής, λόγω αυτής της ανάγκης να βρίσκομαι εκεί όπου συμβαίνουν τα πράγματα και όχι μόνο εκεί όπου περιγράφονται. Βλέπουν πολλά τα μάτια μου. Πάρα πολλά. Πιο πολλά απ’ όσα χωράει ένας άνθρωπος χωρίς να αλλάξει.

Βλέπεις ανθρώπους που κάποτε είχαν σπίτι και τώρα κουβαλούν τη ζωή τους σε δύο σακούλες. Βλέπεις ηλικιωμένους να μετρούν κέρματα έξω από φούρνους. Βλέπεις γυναίκες να ψάχνουν σε κάδους με μια διακριτικότητα που σου σκίζει την καρδιά, σαν να προσπαθούν να κάνουν την απόγνωσή τους ευγενική. Βλέπεις νέους ανθρώπους με άδειο βλέμμα, όχι πάντα από ουσίες, αλλά από ματαίωση. Βλέπεις πρόσωπα που μοιάζουν να έχουν βγει από έναν πόλεμο που δεν κηρύχθηκε ποτέ επίσημα, κι όμως άφησε παντού τραυματίες.

Και το πιο σκληρό δεν είναι μόνο η φτώχεια. Είναι η εξοικείωση με τη φτώχεια. Είναι ότι η πόλη συνεχίζει. Τα φανάρια αλλάζουν. Τα ταξί κορνάρουν. Οι τουρίστες φωτογραφίζουν. Τα τραπέζια γεμίζουν και αδειάζουν. Οι βιτρίνες φωτίζονται. Οι άνθρωποι περνούν δίπλα από ανθρώπους που καταρρέουν και η ζωή, με έναν σχεδόν βίαιο τρόπο, συνεχίζεται.

Η Αθήνα είναι όμορφη, αλλά δεν συγχωρεί. Έχει κάτι το αρχαίο και κάτι το απάνθρωπα σύγχρονο μαζί. Μπορεί να σου δείξει, μέσα στην ίδια διαδρομή, έναν ουρανό που σε παρηγορεί και ένα πρόσωπο που σε διαλύει. Μπορεί να σου δώσει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο κέντρο του κόσμου και, την ίδια στιγμή, στο περιθώριο κάθε ελπίδας. Είναι μια πόλη που μαθαίνει τους ανθρώπους της να αντέχουν, αλλά καμιά φορά αναρωτιέμαι αν η αντοχή είναι αρετή ή κατάρα.

Γιατί δεν γίνεται να αντέχονται όλα.

Δεν γίνεται να γίνεται η πείνα τοπίο. Δεν γίνεται να γίνεται η αξιοπρέπεια επαιτεία. Δεν γίνεται να βλέπεις έναν άνθρωπο στην ηλικία του πατέρα σου να κλαίει σε ένα παγκάκι και να συνεχίζεις απλώς τη μέρα σου σαν να είδες μια λακκούβα στον δρόμο.

Κι όμως, πολλές φορές αυτό κάνουμε. Όχι επειδή είμαστε κακοί. Ίσως επειδή είμαστε κουρασμένοι. Ίσως επειδή φοβόμαστε. Ίσως επειδή, αν αφήναμε κάθε εικόνα να μπει ολόκληρη μέσα μας, δεν θα μπορούσαμε να σταθούμε ούτε εμείς όρθιοι. Η πόλη απαιτεί άμυνες. Μα οι άμυνες, όταν κρατούν πολύ, γίνονται αναπηρία. Στο τέλος δεν προστατεύεσαι μόνο από τον πόνο. Προστατεύεσαι και από την ανθρωπιά σου.

Χθες το βράδυ, αυτός ο άνθρωπος μού θύμισε κάτι που δεν έπρεπε να χρειάζεται υπενθύμιση. Ότι πίσω από κάθε σκυμμένο κεφάλι υπάρχει μια ολόκληρη ζωή. Πίσω από κάθε απλωμένο χέρι υπάρχει μια ιστορία που δεν ξέρουμε. Πίσω από κάθε «πεινάω» υπάρχει συνήθως ένα μεγάλο, μακρύ, αθόρυβο γκρέμισμα που προηγήθηκε. Κανείς δεν φτάνει εκεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Πριν ζητήσει τροφή, έχει ήδη χάσει πολλά. Ίσως τη δουλειά του. Ίσως το σπίτι του. Ίσως ανθρώπους. Ίσως την εμπιστοσύνη του. Ίσως την πίστη του ότι αντέχει.

Και παρ’ όλα αυτά, εκείνος στεκόταν ακόμα με έναν τρόπο αξιοπρεπή. Ακόμα έλεγε «ντρέπομαι». Ακόμα ήθελε να διαχωρίσει τον εαυτό του από την εικόνα που φοβόταν ότι θα σχηματίσω. Ακόμα τον ένοιαζε πώς θα τον δω.

Αυτό ήταν το πιο οδυνηρό.

Ότι η κοινωνία μπορεί να σου πάρει σχεδόν τα πάντα, αλλά η ντροπή μένει. Μένει σαν τελευταίο ρούχο πάνω στο σώμα. Και καμιά φορά είναι πιο βαρύ από την ίδια την πείνα.

Γύρισα σπίτι με εκείνη τη φράση να επιμένει μέσα μου: «Αντέχω την πείνα... αλλά τώρα έχω φτάσει στα όρια».

Πόσοι άνθρωποι βρίσκονται άραγε ακριβώς εκεί; Στα όρια. Όχι ακόμα πεσμένοι εντελώς, όχι ακόμα ορατοί ως τραγωδία, αλλά στα όρια. Σε εκείνη τη λεπτή, τρομακτική γραμμή ανάμεσα στο «τα καταφέρνω» και στο «δεν μπορώ άλλο». Πόσοι άνθρωποι κυκλοφορούν ανάμεσά μας με καθαρά ρούχα, με ήρεμο πρόσωπο, με μια τελευταία προσπάθεια να φανούν κανονικοί, ενώ μέσα τους έχει ήδη αρχίσει η κατάρρευση;

Πραγματικά, θέλει γερό στομάχι η Αθήνα.

Όχι για την κίνηση. Όχι για τον θόρυβο. Όχι για την ασχήμια της, όταν γίνεται αφόρητη. Αυτά, λίγο πολύ, τα συνηθίζεις. Θέλει γερό στομάχι για τους ανθρώπους της. Για όσα κουβαλούν. Για όσα κρύβουν. Για όσα δεν προλαβαίνουν να πουν. Για όσα αναγκάζονται τελικά να πουν σε έναν άγνωστο, αργά τη νύχτα, έξω από ένα εστιατόριο, όταν η πείνα έχει νικήσει και τη ντροπή και τη σιωπή.

Πολύ γερό στομάχι.

Κοινοποίηση

Αν σου άρεσε, μοιράσου το

Αν βρήκες κάτι ενδιαφέρον εδώ μέσα, μοιράσου το. Μια κοινοποίηση αρκεί για να βρει το άρθρο τον επόμενο αναγνώστη του.